κυσός

κυσός, ὁ (Α)
1. (κατά τον Ησύχ.) α) κύσθος, αιδοίο
β) «πυγή»
2. κύστη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Παρλλ. τ. τής λ. κύσθος* (Ι)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κυσός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυσοῦ — κυσός masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυσῷ — κυσός masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυσόν — κυσός masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Çeşme —   Town   …   Wikipedia

  • κυσιώ — κυσιῶ, άω (Α) [κυσός] πασχητιώ* …   Dictionary of Greek

  • κυσοβάκχαρις — κυσοβάκχαρις, ιδος, ὁ (Α) αυτός που μυρίζει τον κυσό. [ΕΤΥΜΟΛ. < κυσός + βάκχαρις] …   Dictionary of Greek

  • κυσοδόχη — κυσοδόχη, ἡ (Α) είδος ξύλινου δεσμού ή βασανιστηρίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κυσός + δόχη (< δέχομαι), πρβλ. ιο δόχη, καπνο δόχη] …   Dictionary of Greek

  • κυσολάκων — κυσολάκων, ωνος, ὁ (Α) (για τους Σπαρτιάτες) παιδεραστής. [ΕΤΥΜΟΛ. < κυσός + Λάκων «Σπαρτιάτης»] …   Dictionary of Greek

  • κυσολέσχης — κυσολέσχης, ὁ (AM) αισχρολόγος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κυσός + λέσχης (< λέσχη «συνομιλία, φλυαρία»), πρβλ. μυθο λέσχης, χρησμο λέσχης] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.